ἔγχρισις

ἔγ-χρῑσις, εως, , ([etym.] ἐγχρίω)
A anointing, rubbing in, Hp.Decent. 8.
II slight wound, scratch, Ael.NA3.22.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έγχρισις — ἔγχρισις, η (Α) 1. χρίση, τρίψιμο 2. ελαφρό τραύμα, αμυχή …   Dictionary of Greek

  • ἐγχρίσει — ἔγχρισις anointing fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐγχρίσεϊ , ἔγχρισις anointing fem dat sg (epic) ἔγχρισις anointing fem dat sg (attic ionic) ἐγχρί̱σει , ἐγχρίω anoint aor subj act 3rd sg (epic) ἐγχρί̱σει , ἐγχρίω anoint fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίσεις — ἔγχρισις anointing fem nom/voc pl (attic epic) ἔγχρισις anointing fem nom/acc pl (attic) ἐγχρί̱σεις , ἐγχρίω anoint aor subj act 2nd sg (epic) ἐγχρί̱σεις , ἐγχρίω anoint fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίσιος — ἔγχρισις anointing fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγχρισιν — ἔγχρισις anointing fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίσεων — ἐγχρίσεω̆ν , ἔγχρισις anointing fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίσεως — ἐγχρίσεω̆ς , ἔγχρισις anointing fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐγχρίσῃ — ἐγχρίσηι , ἔγχρισις anointing fem dat sg (epic) ἐγχρί̱σῃ , ἐγχρίω anoint aor subj mid 2nd sg ἐγχρί̱σῃ , ἐγχρίω anoint aor subj act 3rd sg ἐγχρί̱σῃ , ἐγχρίω anoint fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.